Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

blog και graffiti

Εδώ και καιρό έχω προκληθεί να μιλήσω συνδυαστικά για δύο θέματα που με έχουν απασχολήσει πολύ τα τελευταία χρόνια, κι ο κύριος προβληματισμός μου για αυτά έχει αποτυπωθεί σε δύο βιβλία (Σχέδια πόλης,και Ειδήσεις απ’ το δικό σου δωμάτιο). Μιλώ για το γκραφίτι και τα μπλογκ, ή αλλιώς, ιστολόγια. Η αλήθεια είναι ότι για αμφότερα τα θέματα στήνεται καθημερινά ένα ογκώδες εμπορικό πανηγύρι που μειώνει την όποια συζήτηση για τα εν λόγω αντικείμενα, ως θέματα μιας νεανικής μόδας που προορίζονται για ευρεία κατανάλωση σε άρθρα, διαφημίσεις και εταιρικά event που διακινούνται κατά κύριο λόγο από τα εβδομαδιαία δωρεάν νεανικά εντύπα. Τόσο η κουλτούρα του δρόμου, όσο και το Διαδίκτυο, ως προνομιακά πεδία άσκησης του νεανικού ταλέντου ή της νεανικής επαναστατικότητας, έγιναν τάχιστα στόχος ενός πλήθους βιομηχανιών. Ο γκραφιτάς δε θέλει μόνο σπρέι, όπως κι ο μπλόγκερ δε θέλει μόνο ένα απλό πληκτρολόγιο. Αμφότεροι, επιθυμούν αντικείμενα που θα τους προσδώσουν επιπλέον αναγνωριστικά σημάδια τόσο μεταξύ τους, εντός της κοινότητας όπου δραστηριοποιούνται, όσο και στο πώς γίνονται αναγνωρίσιμοι απ’ τους άλλους, τους μη μυημένους . Έτσι ο γκραφιτάς φορά ρούχα από πολύ συγκεκριμένες μάρκες, κι ο μπλόγκερ χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο από εξίσου πολύ συγκεκριμένες μάρκες. Κάθε ενδιαφερόμενη βιομηχανία βλέπει στις νέες τάσεις ένα πεδίο που μπορεί να εκμεταλλευτεί. Πρόκειται για τη λεγόμενη “οικειοποίηση του περιθωρίου”, ή αλλιώς το θρίαμβο της καταναλωτικής ή άλλιώς mainstream κουλτούρας. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό “όλα ξεκινούν αγνά και στη συνέχεια εκφυλίζονται δηλαδή εμπορευματοποιούνται”. Βέβαια αυτό είναι εν μέρει μόνο αληθές.

Η εμπορευματοποίηση δε σημαίνει αυτόματη έκπτωση μιας κουλτούρας. Η μαζικοποίηση είναι μια εκφυλιστική τάση, με την έννοια, ότι για να μαζικοποιηθεί κάτι πρέπει να διαφημιστεί και να διαχυθεί στο κοινό απλοποιητικά. Η δυσκολία που αντιμετωπίζει κάποιος αναλύοντας το γκραφίτι και τα μπλογκ έγκειται στο γεγονός ότι αμφότερα εξαρτούν την ύπαρξή τους από ένα δημόσιο χώρο, τον οποίο, είτε επαναδιεκδικούν, είτε απλά τον επινοούν και τον διαμορφώνουν με νέους όρους. Ξεκινούν αμφότερα ως νεανικές κουλτούρες που υιοθετούνται από μια μικρή πρωτοπορία αρχικά, η οποία συνάπτεται κάθε φορά υπό άλλες συνθήκες, αλλά στη συνέχεια διαχέονται σε ολοένα και περισσότερες ομάδες. Ο βαθμός διείσδυσής τους είναι τόσο μεγάλος που παραβλέπονται οι όποιες διαφοροποιήσεις με αποτέλεσμα να τείνουν συνεχώς προς μια ασύστολα μαζική και απολίτικη χρήση. Ενώ δηλαδή στην αρχή η νεανική κουλτούρα μπορεί να προσδιορίζεται ταξικά, στη συνέχεια χάνει τον ταξικό της χαρακτήρα και γίνεται εκμεταλεύσιμη απ’ τους πάντες, χάνοντας τα ιδιαίτερα στοιχεία που φωτίζονταν στις αρχικές χρήσεις. Αυτή είναι η μοίρα κάθε νεανικής κουλτούρας. Απ’ την ιδιαιτερότητα περνά σύντομα στην καθολικοποίηση, απ’ την εξέγερση περνά στο εμπόριο κ.λπ. Είναι η φυσική πορεία κάθε ιδέας στον καπιταλισμό. Καθετί απογυμνώνεται απ’ τις όποιες κοινωνικές ή άλλες δυναμικές του και καθίσταται ένα απλό εμπόρευμα. Βέβαια, αυτό το “απλό” εμπόρευμα μπορεί να διατηρεί κάποια απ’ τα αρχικά του γνωρίσματα, ίσως ακόμα και κάποια επαναστατικά ψήγματα, αλλά πλέον αυτά δεν ξεχωρίζουν μέσα στο θόρυβο του εμπορικού πανηγυριού.

Βεβαίως υπάρχουν κουλτούρες που αντιστέκονται στη μαζικοποίηση. Η κλασική μουσική για παράδειγμα απαιτεί γνώση, καλλιέργεια, ησυχία, αναστοχασμό. Δε μιλά στον καθένα, γιατί πρέπει ο υποκείμενος στη δύναμή της να καταβάλλει προσπάθεια. Φυσικά, ο ελιτισμός καραδοκεί. Όσο πιο αγοραία, όσο πιο συλλογική, πιο αγελαία μια κουλτούρα, τόσο περισσότερες οι πιθανότητες να γίνει μαζική, εμπορική, φτηνή. Η κουλτούρα του γκραφίτι μαζικοποιείται απ’ τις βαριές βιομηχανίες του νεανικού αστικού λάιφσταιλ, ενώ η κουλτούρα του Διαδικτύου και ειδικότερα των μπλογκ μαζικοποιείται απ’ τη βιομηχανία των Μέσων, των πολιτικών κομμάτων, των οργανώσεων κ.λπ. Αν αντιστέκεται κάτι, αυτό δε μπορεί παρά να τείνει, δυστυχώς ή ευτυχώς, προς τον ελιτισμό. Έναν ελιτισμό που δεν απέχει τελείως απ’ τον σνομπισμό. Αναφέρομαι στους μοναχικούς καλλιτέχνες, στις περιθωριακές συλλογικότητες και τους στοχαστές που δεν υιοθετούν τις άκριτες θέσεις της μάζας. Με άλλα λόγια, αναφέρομαι σε όσους επιχειρούν να αποτρέψουν τη μαζικοποίηση με τους όρους που συμφέρει όσους χειραγωγούν και κατευθύνουν τις μάζες. Σε όσους δηλαδή υπερασπίζονται διαλεκτικά σχήματα, τα οποία ευνοούν τις εναλλακτικές, πλουραλιστικές, πολυδιάστατες χρήσεις και στάσεις. Με λίγα λόγια, αναφέρομαι σε όσους προτείνουν παραδειγματικά ή διανοητικά μια άλλη δόμηση των πραγμάτων. Αν όλοι αυτοί συντονιστούν σε κριτικές συζητήσεις, είναι βέβαιο ότι θα παράξουν και νέο λόγο. Μέχρι τότε, θα είμαστε όλοι αναγκασμένοι να τρέχουμε πίσω απ’ τις καινούργιες μόδες και τα «επαναστατικά» εργαλεία.

του Μανώλη Ανδριωτάκη ,από τις ειδήσεις μέσα από το δικό του δωμάτιο.


φακ γιου μπος



επειδη τρομοκρατια, εκτος απο τους μπατσους στη γωνια, ειναι το πρωϊνο ξυπνημα ενω ακομα μια ωρα υπνου θα σου γεμιζε τις μπαταριες, τα κορναρισματα στις διασταυρωσεις των λεωφορων, οι ειδησεις στο πρωϊνο ραδιοφωνο. το αγχος αν θα σου φτασουν τα λεφτα στο σουπερμαρκετ για να παρεις οτι γουσταρεις, οι φωνες του γειτονα στην γυναικα του,
τα θεματα των εξετασεων στη σχολη.τρομοκρατια ειναι η κουραση μετα απο μια μερα γεματη "τρεξιμο" και "δουλειες" .

οι "υποχρεωσεις" που σε αιχμαλωτιζουν ενω εσυ δε χρωστας τιποτα σε κανεναν.

και οσο κουρασμενη και να'σαι γλυκια μου, σε παρακαλω μη κοιμηθεις ακομα,
στα ματια σου βλεπω οδοφραγματα με φωτιες, σαν ονειρο.
δεν ξερω αν ειναι ονειρο, ησυχασε, μη κλαις,
μια μερα μαζι θα εκδικηθουμε την πραγματικοτητα.